Saint Andronik Bishop of Kyoto (Japan) and Perm (Russia), Hieromartyr in Russia, from Povodnevo, Yaroslavl, Russia (+1918)  – June 4, June 6, June 7 and July 7


Saint Andronik Bishop of Kyoto (Japan) and Perm (Russia), Hieromartyr in Russia, from Povodnevo, Yaroslavl, Russia (+1918)

June 4, June 6, June 7 and July 7

Archbishop Andronik (August 1, 1870 – July 7, 1918), was a bishop in the Russian Orthodox Church and a saint, glorified as Hieromartyr Andronik, Archbishop of Perm in 2000.

Archbishop Andronik was born as Vladimir Nikolsky, on August 1, 1870, in Povodnevo, a village in Myshkin uyezd, Yaroslavl diocese. His father was a deacon in the Russian Orthodox Church. After he finished his studies at the Yaroslavl Seminary in 1891, he entered the Moscow Theological Academy. On August 1, 1893, during his studies in Moscow, he was tonsured a monk and given the religious name of Andronik. He was ordained to the diaconate on August 6 of that same year. On July 22, 1895, he was ordained as a priest.

From 1895, Andronik was assigned first to the theological seminary of Kutaisi in Georgia and then at the seminary at Ardon as inspector and instructor.

In 1897, Andronik was assigned as a member of the Russian Orthodox mission to the Empire of Japan, under Bishop Nikolai (Kasatkin), later glorified as St. Nicholas of Japan, to assist him in his missionary work, which he began 1861. Hieromonk Andronik was very surprised by this assignment and felt inadequate for the position, but ultimately he accepted it as God’s will. His journey began in St. Petersburg, on September 21, 1897, and continued from Odessa with Archimandrite Sergius (Stragorodsky) on October 26. Traveling through European countries and the United States, they arrived in Japan on December 26. He wrote and published a book about this journey, A Missionary Journey to Japan (published in Kazan, Russia in 1899).

On November 5, 1906, Andronik was consecrated as the first Bishop of Kyoto, which became the seat of the West Japan Diocese of the Japanese Orthodox Church. Although Bishop Andronik was the bishop of Kyoto, he lived in Osaka which, while it then was the second largest city in Japan, was also where most of Orthodox faithful lived. After he arrived in Osaka, he began to feel ill and found performing his duties difficult. After serving in Osaka for three months, he asked leave to resign and to depart from Japan. On May 27, 1907, he left Japan and returned to Russia. There, he was assigned on October 26 to be the deputy to Bishop Eulogius of Kholm. In 1908, he was assigned bishop of Tikhvin in Novgorod diocese.

On July 30, 1914, Andronik was appointed bishop of Perm and Solikamsk. Eleven days before, on July 19, World War I began. As the war progressed, he worked energetically for one and a half million inhabitants and 570 churches in this region.

In summer 1916, Andronik traveled to the Imperial Russian Army headquarters outside St. Petersburg where Tsar Nicholas II was leading the army. The purpose of this trip was to warn the Tsar about Rasputin. However, the Tsar would not take him seriously and his trip failed. But Nicholas II was pleased with the gift Bishop Andronik gave him on behalf of the people, a pair of soldier’s boots that the province of Perm provided the army.

In 1917, Andronik became Bishop of Perm and Kungur, and became one of the seven hierarchs in the pre-conciliar synod preparing for the Local Council of the Russian Church in Moscow. He was very active throughout the council, from August 1917 until April 1918, which was the end of the second session of the Council. As the agitation of the Bolshevik take-over intensified on January 25, 1918, Bishop Adronik made a written appeal to the faithful to defend the heritage of the Church from the aggressors and looters as attacks became more frequent.

Andronik was a firm supporter of the Tsar. From his point of view, it was God’s will that the anointed Tsar should reign over the empire; hence, the monarchy was an appropriate governmental system for Christians. But this did not mean he supported tyranny: the Tsar should listen to his people, and the monarch and the people should come to peace.

In February, in the Perm region, the Bolsheviks began to loot churches and monasteries. When the second session of the Council ended, Andronic returned to Perm. Patriarch Tikhon had elevated him to archbishop on April 25, Palm Sunday. On Holy Thursday, April 16, the Bolsheviks carried out a search of his residence. He remained calm and continued the services of Holy Week and Pascha (Easter).

The Bolshevik authorities increased pressure on the church in the following weeks. Finally Archbishop Andronik was arrested at midnight on July 4. In response, the clergy in Perm went on strike from the night he was arrested until July 13, halting all divine services in the region except baptism and the last rites for the dying. There are various accounts of his death. The apparently most consistent says that on July 7, 1918 he was taken to the forest and forced to dig his own grave. After lying down in it, he was covered with earth and shots were fired into the dirt.

In 2000, the Russian Orthodox Church glorified him as Hieromartyr Andronik, Archbishop Of Perm, one of the Russian New Martyrs and Confessors. His feast day is July 7.

Source: Wikipedia


Άγιος Ανδρόνικος Νικόλσκυ, Επίσκοπος Kyoto Ιαπωνίας και Perm Ρωσίας, Ισαπόστολος Ιαπωνίας και Ιερομάρτυς στη Ρωσία, καταγόμενος από το Povodnevo του Yaroslavl της Ρωσίας (+1918) – 4 Ιουνίου, 6 Ιουνίου, 7 Ιουνίου και 7 Ιουλίου


Άγιος Ανδρόνικος Νικόλσκυ, Επίσκοπος Kyoto Ιαπωνίας και Perm Ρωσίας, Ισαπόστολος Ιαπωνίας και Ιερομάρτυς στη Ρωσία, καταγόμενος από το Povodnevo του Yaroslavl της Ρωσίας (+1918)

4 Ιουνίου, 6 Ιουνίου, 7 Ιουνίου και 7 Ιουλίου

Ο Άγιος ιερομάρτυς Ανδρόνικος γεννήθηκε την 1η Αυγούστου του 1870 στο χωριό Ποβόντνεβο της επαρχίας Γιαροσλάβ, στην κεντρική Ρωσία. Στο Άγιο Βάπτισμα έλαβε το όνομα Βλαδίμηρος.

Στην ηλικία δέκα χρονών γράφτηκε σε Εκκλησιαστικό Σχολείο και μετά την αποφοίτηση του, το 1885 στο Εκκλησιαστικό Σεμινάριο του Γιαροσλάβ.

Το 1891, ως αριστούχος απόφοιτος του Σεμιναρίου, έγινε δεκτός στη Θεολογική Ακαδημία της Μόσχας. Τα χρόνια εκείνα ο νεαρός φοιτητής συναντήθηκε με τον Άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης και ζήτησε τις φωτισμένες συμβουλές του.

Την 1η Αυγούστου του 1893 στον ναό της Ακαδημίας τελέστηκε ή μοναχική του κουρά. Στις 6 Αυγούστου του 1893 ο μοναχός Ανδρόνικος χειροτονήθηκε διάκονος, και στις 22 Ιουλίου του 1895 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.

Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1897 διορίζεται από την Ιερά Σύνοδο στην Ορθόδοξη Ιεραποστολή της Ιαπωνίας.

Τον Μάρτιο του 1899 έλαβε το οφίκιο του αρχιμανδρίτη.

Στις 23 Οκτωβρίου του 1906 ο π. Ανδρόνικος διορίστηκε βοηθός του επισκόπου Νικολάου στην Ιαπωνία. Λόγω της εύθραστης υγείας του αρρώστησε βαριά και στις 7 Ιουλίου του 1907 η Σύνοδος αποφάσισε την ανάκληση του από την Ιαπωνία.

Στις 26 Οκτωβρίου του 1907 η Ίερά Σύνοδος ανέθεσε στον επίσκοπο Ανδρόνικο την προσωρινή διαποίμανση της επαρχίας Χόλμ, και στις 15 Μαρτίου του 1908 διορίστηκε βοηθός του αρχιεπισκόπου Νόβγκοροντ.

Στις 8 Μαρτίου του 1913 ανέλαβε την διαποίμανση των επαρχιών Ομσκ και Παβλοντάρσκ της Δυτικής Σιβηρίας.

Τον Αύγουστο του 1914. η Ιερά Σύνοδος απεφάσισε να τον μεταθέσει για άλλη φορά στην εκκλησιαστική επαρχία Πέρμ στη Βόρεια Ρωσία.

Στις 6 Ιουνίου του 1918 όργανα του αθεϊστικού καθεστώτος, αφού τον σκέπαζαν ζωντανό με χώμα στον τάφο, πυροβόλησαν μερικές φορές τον γενναίο αθλητή της πίστεως αρχιεπίσκοπο Ανδρόνικο και σε λίγο το μαρτυρικό του λείψανο ήταν θαμένο στη γη.


Στις 3 Ιουνίου του 1918 ο ιεράρχης πληροφορήθηκε τα σχέδια της συλλήψεώς του από έναν τυχαίο ακροατή τους. Αποφάσισε, ωστόσο, να μην εγκαταλείπει την επαρχία, αλλά να παραμείνει στη θέση του, ανάμεσα στο ποίμνιό του, και, αν ήταν θέλημα του Κυρίου, να μαρτυρήσει γι’ Αυτόν.

Ενημέρωσε τους συνεργάτες του. Έστειλαν στο καμπαναριό του Καθεδρικού Ναού τον μοναχό Μιχαήλ με την εντολή να σημάνει συναγερμό με τις καμπάνες τη στιγμή της συλλήψεως.

Την ίδια νύχτα, μία ώρα μετά τα μεσάνυχτα, όλο το τετράγωνο, στο οποίο βρισκόταν το επισκοπείο, κυκλώθηκε από στρατιώτες. Είχαν φέρει μιαν άμαξα με γρήγορα άλογα, με την οποία θα έβγαζαν τον αρχιεπίσκοπο από την πόλη το συντομότερο δυνατό και θα τον οδηγούσαν στη γειτονική πόλη Μοτοβίλιχα.

Μέσα στο σκοτάδι μερικές φιγούρες πλησίασαν την εξώπορτα της αρχιερατικής κατοικίας. Ήταν κλειδωμένη. Την ξήλωσαν και μπήκαν. Χτύπησαν την άλλη πόρτα. Άνοιξε ο θυρωρός.

-Πού είναι ο Ανδρόνικος;

Μερικοί οπλισμένοι στρατιώτες έμειναν εκεί. Ανέβηκαν μόνο τρεις άνδρες, ο πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Περμ Μάλκωφ, ο αστυνομικός διευθυντής της Περμ Ιβάντσενκο και ο βοηθός του αστυνομικού διευθυντή της Μοτοβίλιχα, Ζουζγκώφ. Ο δεσπότης αγρυπνούσε μαζί με δύο κληρικούς.

-Ποιος από σας είναι ο αρχιεπίσκοπος Ανδρόνικος; τους ρώτησαν.
-Εγώ είμαι, απάντησε ήρεμα ο ιεράρχης.

Τη στιγμή εκείνη οι καμπάνες του Καθεδρικού Ναού σήμαναν συναγερμό. Ακούστηκαν μερικοί πυροβολισμοί, και η καμπανοκρουσία σταμάτησε.

Πρόσταξαν τον αρχιεπίσκοπο να τους ακολουθήσει δίχως χρονοτριβή. Εκείνος υπάκουσε αδιαμαρτύρητα. Σε λίγα λεπτά έμπαινε στην άμαξα, που περίμενε μπροστά στην εξώπορτα, μ’ ένα τριμμένο ράσο, έναν καλογερικό σκούφο, το αρχιερατικό του εγκόλπιο και το ραβδί του στο χέρι. Δίπλα του κάθησε ο Ζουζγκώφ και απέναντί του ένας από τους επιτρόπους. Αμέσως η άμαξα κίνησε για τη Μοτοβίλιχα.

Οι στρατιώτες στο μεταξύ συνέλαβαν όσους βρήκαν στο επισκοπείο: τον αρχιμανδρίτη Παχώμιο, τον διάκονο Ευλόγιο, τον φύλακα, τον θυρωρό και τον κλητήρα. Τους μετέφεραν όλους αρχικά στην Εκτελεστική Επιτροπή και έπειτα στη φυλακή. Σύντομα, όμως, τους άφησαν ελεύθερους, αφού πρώτα τους πειθανάγκασαν να υποσχεθούν ενυπόγραφα ότι δεν θα μιλούσαν σε κανέναν για τη σύλληψη του αρχιεπισκόπου.

Η άμαξα σταμάτησε στο Αστυνομικό Τμήμα της Μοτοβίλιχα για αλλαγή αλόγων. Κατέβασαν τον δεσπότη και τον έκλεισαν σ’ ένα γραφείο. Τότε τηλεφώνησε ο πρόεδρος της Επιτροπής Εργατών της Μοτοβίλιχα Μιάσνικωφ και ζήτησε να τον περιμένουν. Άλλωστε, η μέρα είχε ήδη χαράξει. Η κίνηση, που είχε αρχίσει στους δρόμους, φόβιζε τους επίδοξους φονιάδες του αρχιεπισκόπου.

Όταν σε λίγο ήρθε ο Μιάσνικωφ, ανακοίνωσε στους αστυνομικούς πως αποφασίστηκε η αναβολή της εκτελέσεως. Το γνωστοποίησαν στον ιεράρχη, αλλά εκείνος δεν το πίστεψε.

-Γνωρίζω ότι θα με εκτελέσουν, είπε με βεβαιότητα….

Στις 5 Ιουνίου το βράδυ έγινε η μεταφορά του ιεράρχη στην Περμ και η παράδοσή του στην Εκτελεστική Επιτροπή….

Όλη την ημέρα της 6ης Ιουνίου του 1918 ο αρχιεπίσκοπος την πέρασε κλεισμένος στο κρατητήριο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Περμ. Τον φρουρούσαν κόκκινοι στρατιώτες ιδιαίτερα σκληροί, που τον χλεύαζαν και τον έβριζαν ασταμάτητα.

Το βράδυ τον έφεραν στο γραφείο για ανάκριση. Για πολλή ώρα ο πρόεδρος της Επιτροπής Μάλκωφ και το μέλος της Σίβκωφ τον βομβάρδιζαν με ερωτήσεις. Δεν απάντησε σε καμία. Είχε κλειστεί στον εαυτό του και προσευχόταν ακατάπαυστα. Στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένες η ειρήνη και η ανδρεία…

Οι ανακριτές, βλέποντας ότι έχαναν τον καιρό τους, τον έστειλαν πάλι στο κρατητήριο. Η εκτέλεσή του ανατέθηκε στους αστυνομικούς Ουβάρωφ και Πλατούνωφ και σε τρεις Λιθουανούς.

Στη μία η ώρα μετά τα μεσάνυχτα έβγαλαν τον ιεράρχη από το κρατητήριο. Τότε πετάχτηκε από το υπόγειο ο Ζουζγκώφ και ζήτησε από τον Πλατούνωφ να τον πάρουν μαζί τους, γιατί ήθελε να παραβρεθεί «στην ταφή του Ανδρόνικου». Ο Πλατούνωφ του είπε ν’ ανέβει στην άμαξα και να καθήσει δίπλα στον αρχιεπίσκοπο.

Στον δρόμο ο ιεράρχης ήταν καλοδιάθετος. Κάποια στιγμή γύρισε στον Ζουζγκώφ και του παραπονέθηκε ήρεμα:

-Στο Αστυνομικό Τμήμα της Μοτοβίλιχα μου φέρθηκαν καλύτερα. Εκεί δεν με χλεύαζαν…

Αντί γι’ άλλη απόκριση ο Ζουζγκώφ του είπε οργισμένα:

-Ανακαλέστε την απόφαση για απεργία των παπάδων!
-Όχι, δεν θα την ανακαλέσω. Γνωρίζω καλά ότι με πάτε για εκτέλεση.

Ακολούθησαν την κεντρική οδό Σιμπίρσκι και βγήκαν από την Περμ. Πέντε βέρστια μακριά από την πόλη έστριψαν αριστερά και μπήκαν στο δάσος. Σταμάτησαν εκατό μέτρα πιό πέρα και κατέβηκαν από την άμαξα.

Ο Ζουζγκώφ έδωσε στον αρχιεπίσκοπο ένα από τα σκαπτικά εργαλεία, που είχαν πάρει μαζί τους, και τον πρόσταξε:

-Σκάψε τον τάφο σου!

Ο ιεράρχης άρχισε να σκάβει. Τον βοηθούσαν οι τρεις Λιθουανοί. Όταν τελείωσε, ο Ζουζγκώφ του έδωσε νέα προσταγή:

-Έλα, ξάπλωσε!

Υπάκουσε. Ο τάφος, όμως, ήταν μικρός και δεν τον χωρούσε. Σηκώθηκε και έσκαψε λίγο ακόμα. Ξάπλωσε για δεύτερη φορά στον τάφο, αλλά αυτός και πάλι αποδείχθηκε μικρός. Με το τρίτο σκάψιμο τον έφερε στα μέτρα του. Τότε ζήτησε την άδεια να προσευχηθεί. Του το επέτρεψαν. Προσευχήθηκε γύρω στα δέκα λεπτά. Έπειτα, αφού στράφηκε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και ευλόγησε από μακριά το ποίμνιο του, είπε στους δήμιους του:

-Είμαι έτοιμος.
-Δεν θα σε τουφεκίσω, τον απείλησε ο Ζουζγκώφ. Ζωντανό θα σε θάψω, αν δεν ανακαλέσεις την απόφαση για την απεργία.
-Δεν θα την ανακαλέσω ποτέ, αποκρίθηκε ο ιεράρχης, ξαπλώνοντας στον τάφο.

Οι Λιθουανοί άρχισαν να τον σκεπάζουν με χώμα.

Ο Ζουζγκώφ πυροβόλησε μερικές φορές. Το σώμα του αρχιεπισκόπου ήταν εντελώς ακίνητο. Στη συνέχεια ο Πλατούνωφ πυροβόλησε δύο φορές. Τέλος, ο Ζουζγκώφ έριξε τη χαριστική βολή. Σε λίγο το μαρτυρικό λείψανο ήταν θαμμένο στη γη….

Σαν επίλογος

Στην τελευταία πασχαλινή εγκύκλιό του προς το πλήρωμα της Εκκλησίας της Περμ ο άγιος ιερομάρτυς Ανδρόνικος έγραφε:

“Πέρασε ένας χρόνος αφ’ ότου η ζωή μας μετατράπηκε σε σκόνη από το φύσημα της βουλήσεως του Θεού, που μας εγκατέλειψε πρόσκαιρα και παιδαγωγικά. Με τέτοιους σκληρούς τρόπους συνέτιζε ο Κύριος το γένος μας από τα πανάρχαια χρόνια. Μέσα στα πιο τρομερά γεγονότα της ζωής, μέσα στις πιο μεγάλες συμφορές, όχι μόνο ορισμένοι άνθρωποι αλλά και λαοί ολόκληροι συναισθάνονταν την αδυναμία τους, αναγνώριζαν την αμαρτωλότητά τους και επέστρεφαν στον παντοδύναμο Προνοητή…

Ας παραδεχθούμε την ενοχή μας ενώπιον του Θεού, ας παραδεχθούμε πως Εκείνος μόνο έχει τη δύναμη να μας σώσει, και ας ζητήσουμε ολόψυχα τη βοήθειά Του. Βλέπουμε ήδη, άλλωστε, ότι μας ευλογεί το παντοκρατορικό Του χέρι. Κοιτάξτε πόσο μας ωφέλησαν, πόσο μας αφύπνισαν, πόσο μας ψύχωσαν τα διατάγματα για την πίστη και την Εκκλησία, που εκδόθηκαν πρόσφατα στη χώρα μας. Η θύελλα σκορπίζει τον βαρύ, πυρωμένο και πνιγερό αέρα… Μπροστά στον κίνδυνο της στερήσεως της ελευθερίας τους, της ελευθερίας να πιστεύουν και να προσεύχονται, οι ορθόδοξοι Ρώσοι απέκτησαν πιο θερμή πίστη και πιο θερμή αγάπη προς την Εκκλησία…

Υπήρξαν αρχιερείς, ιερείς και μοναχοί που αναδείχθηκαν μάρτυρες και ομολογητές. Και οι πιστοί λαϊκοί με αυτοθυσία όρθωσαν το ανάστημά τους για την υπεράσπιση της πίστεως και της αγίας Εκκλησίας. Ήδη πολλοί, σε διάφορους τόπους, θυσίασαν και τη ζωή τους για την πίστη. Ο Κύριος ας αναπαύσει τις ψυχές τους και ας ελεήσει με τις προσευχές τους κι εμάς και τη Ρωσία”.

Άγιε του Θεού ιερομάρτυρα Ανδρόνικε, πρέσβευε υπέρ ημών.




日本に於けるロシア正教会 Russian Orthodox Church in Japan






その歴史が19世紀の半ばからスタートした。その時、 北海道島函館市でロシア領事館が開かれ、最初のロシア正教教会が建てられた。1861年にはそこに24歳の修道司祭のニコライ(カサトキン)が到着した。今、ロシア正教は「亜使徒聖ニコライ」 という称号を彼に与えた。

日本の聖ニコラス (+1912年2月16日) St Nickolas Kasatkin of Japan (+1912)








ニコライ (日本大主教)

ニコライ(修道誓願前の姓:カサートキン、 1836年8月1日(ロシア暦) – 1912年2月16日)は日本に正教を伝道した大主教(肩書きは永眠当時)。日本正教会の創建者。正教会で列聖され、亜使徒の称号を持つ聖人である。

















明治5年(1872年)9月に駿河台の戸田伯爵邸を日本人名義で購入して、ロシア公使館付属地という条件を付け、伝道を行った。明治5年9月24日東京でダニイル影田隆郎ら数十名に極秘に洗礼機密を授けた[注釈 1]。
















ニコライが「ロシア正教を伝えた」とする媒体が散見されるが、「ロシア正教会」「ロシア正教」は最も早くに見積もっても1448年に成立した独立正教会の組織名であり、教会の名ではない。「正教を伝えた」が正しい表現である。ニコライは「(組織としての)ロシア正教会に所属していた」とは言えるが、あくまで「正教を伝えた」のであり、「ロシア正教会」という「組織」を伝えた訳ではない[注釈 2]。





The Traces of God in Japan – Samurai met Orthodoxy


St Nickolas of Japan, +1912
St Nickolas of Japan
Fr. Paul Sawabe the former Samurai

The Traces of God in Japan

Samurai met Orthodoxy


Fr. Paul (Pavel) Sawabe

Paul (Pavel) Sawabe was the first Japanese student and catechumen of St. Nicholas of Japan after he had arrived in Hakodate, Japan in 1861. Paul was the first Japanese to embrace Orthodox Christianity and was an ardent disciple of the future St. Nicholas and was an active missionary. Through his efforts the Japanese mission drew many new Christians and in time he became the first Japanese to be ordained to the priesthood.

Takuma Sawabe was born in 1833 in Kochi prefecture. His original name was Yamamoto Kazuma. He was a student, with a cousin, of the samurai art of Ken-do (Japanese swordsmanship) and philosophy. In 1857, while walking off some heavy drinking, Yamamoto ended up with two watches stolen by his cousin, but which he tried to sell. Yamamoto fled to Hakodate to escape the police who had identified him as having stolen the watches. In Hakodate, Yamamoto married the daughter of a Shinto priest named Sawabe. Yamamoto, after marrying the priest’s daughter, became an adopted son of the priest and changed his name. Under his new identity Takuma Sawabe did not participate in the Shinto priesthood, but led a group that reverenced the Emperor and demanded expulsion of the foreigners. The Russian Consulate in Hakodate became a target of their plan for assassinations.

One night in 1865, armed with a sword, he confronted the Hieromonk Nicholas with the intent of killing him before he did any preaching. In the exchange of words that followed, Nicholas questioned why Sawabe would kill him without hearing about what Nicholas would have to say. So, Sawabe asked Nicholas to tell him about his Christian religion. As the young missionary talked, his words softened Sawabe’s heart, his interest increased, and he began to study the Christian doctrine. Soon, Sawabe was joined by a doctor friend, Sakai Tokurei, in a discussion group. They in turn were joined by two more friends, Urano and Suzuki, and so the group of catechumens grew. They themselves began teaching about Orthodox Christianity to other Japanese people. Yet at this time, the Japanese policy was still to persecute Christians and forbid conversion to Christianity.

Then in April 1868, with the Reader Bissarion Sartoff guarding the consulate office door, Nicholas baptized Sawabe, Sakai, and Urano with the baptismal names for Paul, John, and James respectively. They had become the first Japanese people to accept Orthodox Christianity. With their baptism Paul and his friends went on to preach their new religion more fervently.

As the threat of imprisonment and perhaps even execution increased in the Hakodate area, Hieromonk Nicholas sent Paul and his friends to travel else where in Japan to preach their new faith, but ultimately to gain greater safety for them. Not hearing from Paul for some months, Hieromonk Nicholas was very glad to receive news from Paul of his successes in Sendai, in northern Honshu. In time the opposition to Christianity subsided, and the now Archimandrite Nicholas began to look to expanding his missionary work to Tokyo.

It was Paul Sawabe whom Nicholas sent to Tokyo to review the situation for missionary work in the Tokyo/Yokohoma area and advise him of the potential for such work there. Paul’s report was one of optimism, and Paul advised Nicholas to come to Tokyo as soon as possible. So, in late January 1871, Archimandrite Nicholas arrived in Yokohoma and proceeded to Tokyo to set up his headquarters.

Local opposition to Christianity was still present. In February 1872, Paul Sawabe and many of his co-workers in Christ were arrested by the local police in Sendai. The officials were amazed that even among the children their answers to questioning showed a deep conviction to their Christian beliefs. Even though many had not been baptized none changed their position but were strengthened in their faith.

On July 12, 1875, at the second General Council of the Japanese mission, Archimandrite Nicholas decided that there was a need for native clergy, and named Paul Sawabe to be the first priest, and that John Sakai would be a deacon. A month later Bishop Paul of East Siberia came to Hakodate for the first sacraments of the Holy Orders in Japan and ordained the new priest and deacon.

Paul Sawabe continued to service his new faith as his church grew over the following decades. He was to survive his mentor and bishop by a year, dying in 1913.