Saint Andronik Bishop of Kyoto (Japan) and Perm (Russia), Hieromartyr in Russia, from Povodnevo, Yaroslavl, Russia (+1918)  – June 4, June 6, June 7 and July 7

http://saintsbookorthodoxy.wordpress.com

SAINTS BOOK – ORTHODOXY

Saint Andronik Bishop of Kyoto (Japan) and Perm (Russia), Hieromartyr in Russia, from Povodnevo, Yaroslavl, Russia (+1918)

June 4, June 6, June 7 and July 7

Archbishop Andronik (August 1, 1870 – July 7, 1918), was a bishop in the Russian Orthodox Church and a saint, glorified as Hieromartyr Andronik, Archbishop of Perm in 2000.

Archbishop Andronik was born as Vladimir Nikolsky, on August 1, 1870, in Povodnevo, a village in Myshkin uyezd, Yaroslavl diocese. His father was a deacon in the Russian Orthodox Church. After he finished his studies at the Yaroslavl Seminary in 1891, he entered the Moscow Theological Academy. On August 1, 1893, during his studies in Moscow, he was tonsured a monk and given the religious name of Andronik. He was ordained to the diaconate on August 6 of that same year. On July 22, 1895, he was ordained as a priest.

From 1895, Andronik was assigned first to the theological seminary of Kutaisi in Georgia and then at the seminary at Ardon as inspector and instructor.

In 1897, Andronik was assigned as a member of the Russian Orthodox mission to the Empire of Japan, under Bishop Nikolai (Kasatkin), later glorified as St. Nicholas of Japan, to assist him in his missionary work, which he began 1861. Hieromonk Andronik was very surprised by this assignment and felt inadequate for the position, but ultimately he accepted it as God’s will. His journey began in St. Petersburg, on September 21, 1897, and continued from Odessa with Archimandrite Sergius (Stragorodsky) on October 26. Traveling through European countries and the United States, they arrived in Japan on December 26. He wrote and published a book about this journey, A Missionary Journey to Japan (published in Kazan, Russia in 1899).

On November 5, 1906, Andronik was consecrated as the first Bishop of Kyoto, which became the seat of the West Japan Diocese of the Japanese Orthodox Church. Although Bishop Andronik was the bishop of Kyoto, he lived in Osaka which, while it then was the second largest city in Japan, was also where most of Orthodox faithful lived. After he arrived in Osaka, he began to feel ill and found performing his duties difficult. After serving in Osaka for three months, he asked leave to resign and to depart from Japan. On May 27, 1907, he left Japan and returned to Russia. There, he was assigned on October 26 to be the deputy to Bishop Eulogius of Kholm. In 1908, he was assigned bishop of Tikhvin in Novgorod diocese.

On July 30, 1914, Andronik was appointed bishop of Perm and Solikamsk. Eleven days before, on July 19, World War I began. As the war progressed, he worked energetically for one and a half million inhabitants and 570 churches in this region.

In summer 1916, Andronik traveled to the Imperial Russian Army headquarters outside St. Petersburg where Tsar Nicholas II was leading the army. The purpose of this trip was to warn the Tsar about Rasputin. However, the Tsar would not take him seriously and his trip failed. But Nicholas II was pleased with the gift Bishop Andronik gave him on behalf of the people, a pair of soldier’s boots that the province of Perm provided the army.

In 1917, Andronik became Bishop of Perm and Kungur, and became one of the seven hierarchs in the pre-conciliar synod preparing for the Local Council of the Russian Church in Moscow. He was very active throughout the council, from August 1917 until April 1918, which was the end of the second session of the Council. As the agitation of the Bolshevik take-over intensified on January 25, 1918, Bishop Adronik made a written appeal to the faithful to defend the heritage of the Church from the aggressors and looters as attacks became more frequent.

Andronik was a firm supporter of the Tsar. From his point of view, it was God’s will that the anointed Tsar should reign over the empire; hence, the monarchy was an appropriate governmental system for Christians. But this did not mean he supported tyranny: the Tsar should listen to his people, and the monarch and the people should come to peace.

In February, in the Perm region, the Bolsheviks began to loot churches and monasteries. When the second session of the Council ended, Andronic returned to Perm. Patriarch Tikhon had elevated him to archbishop on April 25, Palm Sunday. On Holy Thursday, April 16, the Bolsheviks carried out a search of his residence. He remained calm and continued the services of Holy Week and Pascha (Easter).

The Bolshevik authorities increased pressure on the church in the following weeks. Finally Archbishop Andronik was arrested at midnight on July 4. In response, the clergy in Perm went on strike from the night he was arrested until July 13, halting all divine services in the region except baptism and the last rites for the dying. There are various accounts of his death. The apparently most consistent says that on July 7, 1918 he was taken to the forest and forced to dig his own grave. After lying down in it, he was covered with earth and shots were fired into the dirt.

In 2000, the Russian Orthodox Church glorified him as Hieromartyr Andronik, Archbishop Of Perm, one of the Russian New Martyrs and Confessors. His feast day is July 7.

Source: Wikipedia

Advertisements

Άγιος Ανδρόνικος Νικόλσκυ, Επίσκοπος Kyoto Ιαπωνίας και Perm Ρωσίας, Ισαπόστολος Ιαπωνίας και Ιερομάρτυς στη Ρωσία, καταγόμενος από το Povodnevo του Yaroslavl της Ρωσίας (+1918) – 4 Ιουνίου, 6 Ιουνίου, 7 Ιουνίου και 7 Ιουλίου

 http://orthodoxyofmyheart.blogspot.com

ORTHODOXY OF MY HEART

Άγιος Ανδρόνικος Νικόλσκυ, Επίσκοπος Kyoto Ιαπωνίας και Perm Ρωσίας, Ισαπόστολος Ιαπωνίας και Ιερομάρτυς στη Ρωσία, καταγόμενος από το Povodnevo του Yaroslavl της Ρωσίας (+1918)

4 Ιουνίου, 6 Ιουνίου, 7 Ιουνίου και 7 Ιουλίου

Ο Άγιος ιερομάρτυς Ανδρόνικος γεννήθηκε την 1η Αυγούστου του 1870 στο χωριό Ποβόντνεβο της επαρχίας Γιαροσλάβ, στην κεντρική Ρωσία. Στο Άγιο Βάπτισμα έλαβε το όνομα Βλαδίμηρος.

Στην ηλικία δέκα χρονών γράφτηκε σε Εκκλησιαστικό Σχολείο και μετά την αποφοίτηση του, το 1885 στο Εκκλησιαστικό Σεμινάριο του Γιαροσλάβ.

Το 1891, ως αριστούχος απόφοιτος του Σεμιναρίου, έγινε δεκτός στη Θεολογική Ακαδημία της Μόσχας. Τα χρόνια εκείνα ο νεαρός φοιτητής συναντήθηκε με τον Άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης και ζήτησε τις φωτισμένες συμβουλές του.

Την 1η Αυγούστου του 1893 στον ναό της Ακαδημίας τελέστηκε ή μοναχική του κουρά. Στις 6 Αυγούστου του 1893 ο μοναχός Ανδρόνικος χειροτονήθηκε διάκονος, και στις 22 Ιουλίου του 1895 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.

Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1897 διορίζεται από την Ιερά Σύνοδο στην Ορθόδοξη Ιεραποστολή της Ιαπωνίας.

Τον Μάρτιο του 1899 έλαβε το οφίκιο του αρχιμανδρίτη.

Στις 23 Οκτωβρίου του 1906 ο π. Ανδρόνικος διορίστηκε βοηθός του επισκόπου Νικολάου στην Ιαπωνία. Λόγω της εύθραστης υγείας του αρρώστησε βαριά και στις 7 Ιουλίου του 1907 η Σύνοδος αποφάσισε την ανάκληση του από την Ιαπωνία.

Στις 26 Οκτωβρίου του 1907 η Ίερά Σύνοδος ανέθεσε στον επίσκοπο Ανδρόνικο την προσωρινή διαποίμανση της επαρχίας Χόλμ, και στις 15 Μαρτίου του 1908 διορίστηκε βοηθός του αρχιεπισκόπου Νόβγκοροντ.

Στις 8 Μαρτίου του 1913 ανέλαβε την διαποίμανση των επαρχιών Ομσκ και Παβλοντάρσκ της Δυτικής Σιβηρίας.

Τον Αύγουστο του 1914. η Ιερά Σύνοδος απεφάσισε να τον μεταθέσει για άλλη φορά στην εκκλησιαστική επαρχία Πέρμ στη Βόρεια Ρωσία.

Στις 6 Ιουνίου του 1918 όργανα του αθεϊστικού καθεστώτος, αφού τον σκέπαζαν ζωντανό με χώμα στον τάφο, πυροβόλησαν μερικές φορές τον γενναίο αθλητή της πίστεως αρχιεπίσκοπο Ανδρόνικο και σε λίγο το μαρτυρικό του λείψανο ήταν θαμένο στη γη.

Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ

Στις 3 Ιουνίου του 1918 ο ιεράρχης πληροφορήθηκε τα σχέδια της συλλήψεώς του από έναν τυχαίο ακροατή τους. Αποφάσισε, ωστόσο, να μην εγκαταλείπει την επαρχία, αλλά να παραμείνει στη θέση του, ανάμεσα στο ποίμνιό του, και, αν ήταν θέλημα του Κυρίου, να μαρτυρήσει γι’ Αυτόν.

Ενημέρωσε τους συνεργάτες του. Έστειλαν στο καμπαναριό του Καθεδρικού Ναού τον μοναχό Μιχαήλ με την εντολή να σημάνει συναγερμό με τις καμπάνες τη στιγμή της συλλήψεως.

Την ίδια νύχτα, μία ώρα μετά τα μεσάνυχτα, όλο το τετράγωνο, στο οποίο βρισκόταν το επισκοπείο, κυκλώθηκε από στρατιώτες. Είχαν φέρει μιαν άμαξα με γρήγορα άλογα, με την οποία θα έβγαζαν τον αρχιεπίσκοπο από την πόλη το συντομότερο δυνατό και θα τον οδηγούσαν στη γειτονική πόλη Μοτοβίλιχα.

Μέσα στο σκοτάδι μερικές φιγούρες πλησίασαν την εξώπορτα της αρχιερατικής κατοικίας. Ήταν κλειδωμένη. Την ξήλωσαν και μπήκαν. Χτύπησαν την άλλη πόρτα. Άνοιξε ο θυρωρός.

-Πού είναι ο Ανδρόνικος;
-Πάνω.

Μερικοί οπλισμένοι στρατιώτες έμειναν εκεί. Ανέβηκαν μόνο τρεις άνδρες, ο πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Περμ Μάλκωφ, ο αστυνομικός διευθυντής της Περμ Ιβάντσενκο και ο βοηθός του αστυνομικού διευθυντή της Μοτοβίλιχα, Ζουζγκώφ. Ο δεσπότης αγρυπνούσε μαζί με δύο κληρικούς.

-Ποιος από σας είναι ο αρχιεπίσκοπος Ανδρόνικος; τους ρώτησαν.
-Εγώ είμαι, απάντησε ήρεμα ο ιεράρχης.

Τη στιγμή εκείνη οι καμπάνες του Καθεδρικού Ναού σήμαναν συναγερμό. Ακούστηκαν μερικοί πυροβολισμοί, και η καμπανοκρουσία σταμάτησε.

Πρόσταξαν τον αρχιεπίσκοπο να τους ακολουθήσει δίχως χρονοτριβή. Εκείνος υπάκουσε αδιαμαρτύρητα. Σε λίγα λεπτά έμπαινε στην άμαξα, που περίμενε μπροστά στην εξώπορτα, μ’ ένα τριμμένο ράσο, έναν καλογερικό σκούφο, το αρχιερατικό του εγκόλπιο και το ραβδί του στο χέρι. Δίπλα του κάθησε ο Ζουζγκώφ και απέναντί του ένας από τους επιτρόπους. Αμέσως η άμαξα κίνησε για τη Μοτοβίλιχα.

Οι στρατιώτες στο μεταξύ συνέλαβαν όσους βρήκαν στο επισκοπείο: τον αρχιμανδρίτη Παχώμιο, τον διάκονο Ευλόγιο, τον φύλακα, τον θυρωρό και τον κλητήρα. Τους μετέφεραν όλους αρχικά στην Εκτελεστική Επιτροπή και έπειτα στη φυλακή. Σύντομα, όμως, τους άφησαν ελεύθερους, αφού πρώτα τους πειθανάγκασαν να υποσχεθούν ενυπόγραφα ότι δεν θα μιλούσαν σε κανέναν για τη σύλληψη του αρχιεπισκόπου.

Η άμαξα σταμάτησε στο Αστυνομικό Τμήμα της Μοτοβίλιχα για αλλαγή αλόγων. Κατέβασαν τον δεσπότη και τον έκλεισαν σ’ ένα γραφείο. Τότε τηλεφώνησε ο πρόεδρος της Επιτροπής Εργατών της Μοτοβίλιχα Μιάσνικωφ και ζήτησε να τον περιμένουν. Άλλωστε, η μέρα είχε ήδη χαράξει. Η κίνηση, που είχε αρχίσει στους δρόμους, φόβιζε τους επίδοξους φονιάδες του αρχιεπισκόπου.

Όταν σε λίγο ήρθε ο Μιάσνικωφ, ανακοίνωσε στους αστυνομικούς πως αποφασίστηκε η αναβολή της εκτελέσεως. Το γνωστοποίησαν στον ιεράρχη, αλλά εκείνος δεν το πίστεψε.

-Γνωρίζω ότι θα με εκτελέσουν, είπε με βεβαιότητα….

Στις 5 Ιουνίου το βράδυ έγινε η μεταφορά του ιεράρχη στην Περμ και η παράδοσή του στην Εκτελεστική Επιτροπή….

Όλη την ημέρα της 6ης Ιουνίου του 1918 ο αρχιεπίσκοπος την πέρασε κλεισμένος στο κρατητήριο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Περμ. Τον φρουρούσαν κόκκινοι στρατιώτες ιδιαίτερα σκληροί, που τον χλεύαζαν και τον έβριζαν ασταμάτητα.

Το βράδυ τον έφεραν στο γραφείο για ανάκριση. Για πολλή ώρα ο πρόεδρος της Επιτροπής Μάλκωφ και το μέλος της Σίβκωφ τον βομβάρδιζαν με ερωτήσεις. Δεν απάντησε σε καμία. Είχε κλειστεί στον εαυτό του και προσευχόταν ακατάπαυστα. Στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένες η ειρήνη και η ανδρεία…

Οι ανακριτές, βλέποντας ότι έχαναν τον καιρό τους, τον έστειλαν πάλι στο κρατητήριο. Η εκτέλεσή του ανατέθηκε στους αστυνομικούς Ουβάρωφ και Πλατούνωφ και σε τρεις Λιθουανούς.

Στη μία η ώρα μετά τα μεσάνυχτα έβγαλαν τον ιεράρχη από το κρατητήριο. Τότε πετάχτηκε από το υπόγειο ο Ζουζγκώφ και ζήτησε από τον Πλατούνωφ να τον πάρουν μαζί τους, γιατί ήθελε να παραβρεθεί «στην ταφή του Ανδρόνικου». Ο Πλατούνωφ του είπε ν’ ανέβει στην άμαξα και να καθήσει δίπλα στον αρχιεπίσκοπο.

Στον δρόμο ο ιεράρχης ήταν καλοδιάθετος. Κάποια στιγμή γύρισε στον Ζουζγκώφ και του παραπονέθηκε ήρεμα:

-Στο Αστυνομικό Τμήμα της Μοτοβίλιχα μου φέρθηκαν καλύτερα. Εκεί δεν με χλεύαζαν…

Αντί γι’ άλλη απόκριση ο Ζουζγκώφ του είπε οργισμένα:

-Ανακαλέστε την απόφαση για απεργία των παπάδων!
-Όχι, δεν θα την ανακαλέσω. Γνωρίζω καλά ότι με πάτε για εκτέλεση.

Ακολούθησαν την κεντρική οδό Σιμπίρσκι και βγήκαν από την Περμ. Πέντε βέρστια μακριά από την πόλη έστριψαν αριστερά και μπήκαν στο δάσος. Σταμάτησαν εκατό μέτρα πιό πέρα και κατέβηκαν από την άμαξα.

Ο Ζουζγκώφ έδωσε στον αρχιεπίσκοπο ένα από τα σκαπτικά εργαλεία, που είχαν πάρει μαζί τους, και τον πρόσταξε:

-Σκάψε τον τάφο σου!

Ο ιεράρχης άρχισε να σκάβει. Τον βοηθούσαν οι τρεις Λιθουανοί. Όταν τελείωσε, ο Ζουζγκώφ του έδωσε νέα προσταγή:

-Έλα, ξάπλωσε!

Υπάκουσε. Ο τάφος, όμως, ήταν μικρός και δεν τον χωρούσε. Σηκώθηκε και έσκαψε λίγο ακόμα. Ξάπλωσε για δεύτερη φορά στον τάφο, αλλά αυτός και πάλι αποδείχθηκε μικρός. Με το τρίτο σκάψιμο τον έφερε στα μέτρα του. Τότε ζήτησε την άδεια να προσευχηθεί. Του το επέτρεψαν. Προσευχήθηκε γύρω στα δέκα λεπτά. Έπειτα, αφού στράφηκε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και ευλόγησε από μακριά το ποίμνιο του, είπε στους δήμιους του:

-Είμαι έτοιμος.
-Δεν θα σε τουφεκίσω, τον απείλησε ο Ζουζγκώφ. Ζωντανό θα σε θάψω, αν δεν ανακαλέσεις την απόφαση για την απεργία.
-Δεν θα την ανακαλέσω ποτέ, αποκρίθηκε ο ιεράρχης, ξαπλώνοντας στον τάφο.

Οι Λιθουανοί άρχισαν να τον σκεπάζουν με χώμα.

Ο Ζουζγκώφ πυροβόλησε μερικές φορές. Το σώμα του αρχιεπισκόπου ήταν εντελώς ακίνητο. Στη συνέχεια ο Πλατούνωφ πυροβόλησε δύο φορές. Τέλος, ο Ζουζγκώφ έριξε τη χαριστική βολή. Σε λίγο το μαρτυρικό λείψανο ήταν θαμμένο στη γη….

Σαν επίλογος

Στην τελευταία πασχαλινή εγκύκλιό του προς το πλήρωμα της Εκκλησίας της Περμ ο άγιος ιερομάρτυς Ανδρόνικος έγραφε:

“Πέρασε ένας χρόνος αφ’ ότου η ζωή μας μετατράπηκε σε σκόνη από το φύσημα της βουλήσεως του Θεού, που μας εγκατέλειψε πρόσκαιρα και παιδαγωγικά. Με τέτοιους σκληρούς τρόπους συνέτιζε ο Κύριος το γένος μας από τα πανάρχαια χρόνια. Μέσα στα πιο τρομερά γεγονότα της ζωής, μέσα στις πιο μεγάλες συμφορές, όχι μόνο ορισμένοι άνθρωποι αλλά και λαοί ολόκληροι συναισθάνονταν την αδυναμία τους, αναγνώριζαν την αμαρτωλότητά τους και επέστρεφαν στον παντοδύναμο Προνοητή…

Ας παραδεχθούμε την ενοχή μας ενώπιον του Θεού, ας παραδεχθούμε πως Εκείνος μόνο έχει τη δύναμη να μας σώσει, και ας ζητήσουμε ολόψυχα τη βοήθειά Του. Βλέπουμε ήδη, άλλωστε, ότι μας ευλογεί το παντοκρατορικό Του χέρι. Κοιτάξτε πόσο μας ωφέλησαν, πόσο μας αφύπνισαν, πόσο μας ψύχωσαν τα διατάγματα για την πίστη και την Εκκλησία, που εκδόθηκαν πρόσφατα στη χώρα μας. Η θύελλα σκορπίζει τον βαρύ, πυρωμένο και πνιγερό αέρα… Μπροστά στον κίνδυνο της στερήσεως της ελευθερίας τους, της ελευθερίας να πιστεύουν και να προσεύχονται, οι ορθόδοξοι Ρώσοι απέκτησαν πιο θερμή πίστη και πιο θερμή αγάπη προς την Εκκλησία…

Υπήρξαν αρχιερείς, ιερείς και μοναχοί που αναδείχθηκαν μάρτυρες και ομολογητές. Και οι πιστοί λαϊκοί με αυτοθυσία όρθωσαν το ανάστημά τους για την υπεράσπιση της πίστεως και της αγίας Εκκλησίας. Ήδη πολλοί, σε διάφορους τόπους, θυσίασαν και τη ζωή τους για την πίστη. Ο Κύριος ας αναπαύσει τις ψυχές τους και ας ελεήσει με τις προσευχές τους κι εμάς και τη Ρωσία”.

Άγιε του Θεού ιερομάρτυρα Ανδρόνικε, πρέσβευε υπέρ ημών.

Πηγή:

https://proskynitis.blogspot.com

https://proskynitis.blogspot.com/2014/06/7-1918.html

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ

 

日本に於けるロシア正教会 Russian Orthodox Church in Japan

http://orthodoxchurchinjapan.blogspot.com

日本正教会 ORTHODOX CHURCH IN JAPAN

Akame48Waterfalls_lmvdfh8o5s3auxcq0n2q74qd8g38s3dt7bxkmyod9lvwp5iaaf

nicholasjapan

image2

日本に於けるロシア正教会

その歴史が19世紀の半ばからスタートした。その時、 北海道島函館市でロシア領事館が開かれ、最初のロシア正教教会が建てられた。1861年にはそこに24歳の修道司祭のニコライ(カサトキン)が到着した。今、ロシア正教は「亜使徒聖ニコライ」 という称号を彼に与えた。

日本の聖ニコラス (+1912年2月16日) St Nickolas Kasatkin of Japan (+1912)

http://saintsofmyheart.wordpress.com

SAINTS OF MY HEART

japan.jpg

180px-NikolaiJapan188207.jpg

日本の聖ニコラス

(+1912年2月16日)

japan-1.JPG

40291.jpg

ニコライ (日本大主教)

ニコライ(修道誓願前の姓:カサートキン、 1836年8月1日(ロシア暦) – 1912年2月16日)は日本に正教を伝道した大主教(肩書きは永眠当時)。日本正教会の創建者。正教会で列聖され、亜使徒の称号を持つ聖人である。

「ロシア正教を伝えた」といった表現は誤りであり(後述、ニコライ本人も「ロシア正教を伝える」のではなく「正教を伝道する」事を終始意図していた。

ニコライは修道名で、本名はイワン・ドミートリエヴィチ・カサートキン。日本正教会では「亜使徒聖ニコライ」と呼ばれる事が多い。日本ではニコライ堂のニコライとして親しまれた。

神学大学生であった頃、在日本ロシア領事館附属聖堂司祭募集を知り、日本への正教伝道に駆り立てられたニコライは、その生涯を日本への正教伝道に捧げ、日露戦争中も日本にとどまり、日本で永眠した。

生涯

初期

スモレンスク県ベリスク郡ベリョーザの輔祭、ドミトリイ・カサートキンの息子として生まれる。母は5歳のときに死亡。ベリスク神学校初等科を卒業後、スモレンスク神学校を経て、サンクトペテルブルク神学大学に1857年入学。在学中、ヴァーシリー・ゴローニンの著した『日本幽囚記』を読んで以来日本への渡航と伝道に駆り立てられたニコライは、在日本ロシア領事館附属礼拝堂司祭募集を知り、志願してその任につくことになった。

在学中の1860年7月7日(ロシア暦)修士誓願し修道士ニコライとなる。同年7月12日(ロシア暦)聖使徒ペトル・パウェル祭の日、修道輔祭に叙聖(按手)され、翌日神学校付属礼拝堂聖十二使徒教会記念の日に修道司祭に叙聖された。ミラ・リキヤの奇蹟者聖ニコライは東方教会において重視される聖人であり、好んで聖名(洗礼名)・修道名に用いられるが、ニコライも奇蹟者聖ニコライを守護聖人として「ニコライ」との修道名をつけられている。

函館時代

翌1861年に箱館のロシア領事館附属礼拝堂司祭として着任。この頃、元大館藩軍医の木村謙斉から日本史研究、東洋の宗教、美術などを7年間学んだ。また、仏教については学僧について学んだ。

ニコライは慶応4年4月自らの部屋で密かに、日本ハリストス正教会の初穂(最初の信者)で後に初の日本人司祭となる沢辺琢磨、函館の医師酒井篤礼、南部藩出身浦野大蔵らに洗礼機密を授けた。この頃、木村が函館を去った後の後任として新島襄から日本語を教わる。新島は共に『古事記』を読んで、ニコライは新島に英語と世界情勢を教えた。

懐徳堂の中井木菟麻呂らの協力を得て奉神礼用の祈祷書および聖書(新約全巻・旧約の一部)の翻訳・伝道を行った以後、精力的に正教の布教に努めた。

明治2年(1869年)日本ロシア正教伝道会社の設立の許可を得るためにロシアに一時帰国した。ニコライの帰国直前に、新井常之進がニコライに会う。

ニコライはペテルスブルクで聖務会院にあって首席であったサンクトペテルブルク府主教イシドルから、日本ロシア正教伝道会社の許可を得ることができた。1870年(明治3年)には掌院に昇叙されて、日本ロシア正教伝道会社の首長に任じられた。ニコライの留守中に、日本では沢辺、浦野、酒井の三名が盛んに布教活動を行った。

明治4年(1871年)にニコライが函館に帰って来ると、沢辺の下に身を寄せていた人々が9月14日(10月26日)に洗礼機密を受けた。さらにニコライは仙台地方の伝道を強化するために、小野荘五郎ほか2人を派遣した。ニコライは旧仙台藩の真山温治と共に露和辞典の編集をした。

東京時代

明治4年12月(1872年1月)に正教会の日本伝道の補佐として、ロシアから修道司祭アナトリイ・チハイが函館に派遣された。明治5年ロシア公使館が東京に開設されることになった。函館の領事館が閉鎖されたが、聖堂は引き続き函館に残されることになったので、ニコライはアナトリイに函館聖堂を任せて、明治5年1月に築地に入った。ニコライは仏教研究のために外務省の許可を得て増上寺の高僧について仏教研究を行った。

明治5年(1872年)9月に駿河台の戸田伯爵邸を日本人名義で購入して、ロシア公使館付属地という条件を付け、伝道を行った。明治5年9月24日東京でダニイル影田隆郎ら数十名に極秘に洗礼機密を授けた[注釈 1]。

明治7年(1874年)には東京市内各地に伝教者を配置し、講義所を設けた。ニコライは、神奈川、伊豆、愛知、などの東海地方で伝道した。さらに京阪地方でも伝教を始めた。

明治7年5月には、東京に正教の伝教者を集めて、布教会議を開催した。そこで、全20条の詳細な『伝道規則』が制定された。

明治8年(1875年)7月の公会の時、日本人司祭選立が提議され、沢辺琢磨を司祭に、酒井篤礼を輔祭に立てることに決定した。東部シベリアの主教パウェルを招聘して、函館で神品会議を行い、初の日本人司祭が叙任された。このようにニコライを中心に日本人聖職者集団が形成された。さらに、正教の神学校が設立され、ニコライが責任を担った。

明治9年(1876年)には修善寺町地域から岩沢丙吉、沼津市地域から児玉菊、山崎兼三郎ら男女14名がニコライから洗礼を受けた。

明治11年(1878年)、ロシアから修道司祭のウラジミール・ソコロフスキーが来日して、ニコライの経営する語学学校の教授になり、明治18年までニコライの片腕になった。

明治12年(1879年)にニコライは二度目の帰国をし、明治13年に主教に叙聖される。その頃の教勢は、ニコライ主教以下、掌院1名、司祭6名、輔祭1名、伝教者79名、信徒総数6,099名、教会数96、講義所263だった。同じ年、正教宣教団は出版活動を開始し、『正教新報』が明治13年12月に創刊された。愛々社という編集局を設けた。

明治13年(1880年)イコンの日本人画家を育成するために、ニコライは山下りんという女性をペテルブルグ女子修道院に学ばせた。3年後山下は帰国し、生涯聖像画家として活躍した。

明治15年(1882年)に神学校の第一期生が卒業すると、ロシアのペテルブルグ神学大学やキエフ神学大学に留学生を派遣した。

明治17年(1884年)に反対意見があり中断していた、大聖堂の建築工事に着手して、明治24年に竣工した。正式名称を復活大聖堂、通称はニコライ堂と呼ばれた。

明治26年(1893年)ニコライの意向により、女流文学誌『うらにしき(裏錦)』が出版された。明治40年まで存続し明治女流文学者の育成に貢献した。

明治37年(1904年)2月10日に日露戦争が開戦する前の、2月7日の正教会は聖職者と信徒によって臨時集会を開き、そこでニコライは日本に留まることを宣言し、日本人正教徒に、日本人の務めとして、日本の勝利を祈るように勧めた。

内務大臣、文部大臣が開戦直後に、正教徒とロシア人の身辺の安全を守るように指示した。強力な警備陣を宣教団と敷地内に配置したので、正教宣教団と大聖堂は被害を受けることがなかった。
神田駿河台の正教会本会で没した。谷中墓地に葬られる。

不朽体

1970年、谷中墓地改修の際に棺を開けると不朽体が現れた。同年、ロシア正教会はニコライを「日本の亜使徒・大主教・ニコライ」、日本の守護聖人として列聖した。日本教会が聖自治教会となったのはこのときである。ニコライの不朽体は谷中墓地のほか、ニコライ堂(大腿部)、函館ハリストス正教会などにあり、信者の崇敬の対象となっている。列聖以降、日本の亜使徒聖ニコライ、聖ニコライ大主教と呼ばれる。記憶日(祭日)は2月16日(ニコライ祭)。

ニコライが伝道した「正教」

ニコライが「ロシア正教を伝えた」とする媒体が散見されるが、「ロシア正教会」「ロシア正教」は最も早くに見積もっても1448年に成立した独立正教会の組織名であり、教会の名ではない。「正教を伝えた」が正しい表現である。ニコライは「(組織としての)ロシア正教会に所属していた」とは言えるが、あくまで「正教を伝えた」のであり、「ロシア正教会」という「組織」を伝えた訳ではない[注釈 2]。

正教会は1カ国に一つの教会組織を具えることが原則であり各地に正教会組織があるが(ロシア正教会以外の例としてはギリシャ正教会、グルジア正教会、ルーマニア正教会、ブルガリア正教会、日本正教会など。もちろん例外もある)、これら各国ごとの正教会に教義上、異なるところは無く、相互の教会はフル・コミュニオンの関係にあり、同じ信仰を有している。

ソース:

Wikipedia

 

The Traces of God in Japan – Samurai met Orthodoxy

http://havefaithorthodoxy.wordpress.com

HAVE FAITH – ORTHODOXY

gfgfg
St Nickolas of Japan, +1912
183551.p
St Nickolas of Japan
fr-paul-sawabe-takama-large
Fr. Paul Sawabe the former Samurai

The Traces of God in Japan

Samurai met Orthodoxy

http://orthodoxyislove.wordpress.com

ORTHODOXY IS LOVE

Fr. Paul (Pavel) Sawabe

Paul (Pavel) Sawabe was the first Japanese student and catechumen of St. Nicholas of Japan after he had arrived in Hakodate, Japan in 1861. Paul was the first Japanese to embrace Orthodox Christianity and was an ardent disciple of the future St. Nicholas and was an active missionary. Through his efforts the Japanese mission drew many new Christians and in time he became the first Japanese to be ordained to the priesthood.

Takuma Sawabe was born in 1833 in Kochi prefecture. His original name was Yamamoto Kazuma. He was a student, with a cousin, of the samurai art of Ken-do (Japanese swordsmanship) and philosophy. In 1857, while walking off some heavy drinking, Yamamoto ended up with two watches stolen by his cousin, but which he tried to sell. Yamamoto fled to Hakodate to escape the police who had identified him as having stolen the watches. In Hakodate, Yamamoto married the daughter of a Shinto priest named Sawabe. Yamamoto, after marrying the priest’s daughter, became an adopted son of the priest and changed his name. Under his new identity Takuma Sawabe did not participate in the Shinto priesthood, but led a group that reverenced the Emperor and demanded expulsion of the foreigners. The Russian Consulate in Hakodate became a target of their plan for assassinations.

One night in 1865, armed with a sword, he confronted the Hieromonk Nicholas with the intent of killing him before he did any preaching. In the exchange of words that followed, Nicholas questioned why Sawabe would kill him without hearing about what Nicholas would have to say. So, Sawabe asked Nicholas to tell him about his Christian religion. As the young missionary talked, his words softened Sawabe’s heart, his interest increased, and he began to study the Christian doctrine. Soon, Sawabe was joined by a doctor friend, Sakai Tokurei, in a discussion group. They in turn were joined by two more friends, Urano and Suzuki, and so the group of catechumens grew. They themselves began teaching about Orthodox Christianity to other Japanese people. Yet at this time, the Japanese policy was still to persecute Christians and forbid conversion to Christianity.

Then in April 1868, with the Reader Bissarion Sartoff guarding the consulate office door, Nicholas baptized Sawabe, Sakai, and Urano with the baptismal names for Paul, John, and James respectively. They had become the first Japanese people to accept Orthodox Christianity. With their baptism Paul and his friends went on to preach their new religion more fervently.

As the threat of imprisonment and perhaps even execution increased in the Hakodate area, Hieromonk Nicholas sent Paul and his friends to travel else where in Japan to preach their new faith, but ultimately to gain greater safety for them. Not hearing from Paul for some months, Hieromonk Nicholas was very glad to receive news from Paul of his successes in Sendai, in northern Honshu. In time the opposition to Christianity subsided, and the now Archimandrite Nicholas began to look to expanding his missionary work to Tokyo.

It was Paul Sawabe whom Nicholas sent to Tokyo to review the situation for missionary work in the Tokyo/Yokohoma area and advise him of the potential for such work there. Paul’s report was one of optimism, and Paul advised Nicholas to come to Tokyo as soon as possible. So, in late January 1871, Archimandrite Nicholas arrived in Yokohoma and proceeded to Tokyo to set up his headquarters.

Local opposition to Christianity was still present. In February 1872, Paul Sawabe and many of his co-workers in Christ were arrested by the local police in Sendai. The officials were amazed that even among the children their answers to questioning showed a deep conviction to their Christian beliefs. Even though many had not been baptized none changed their position but were strengthened in their faith.

On July 12, 1875, at the second General Council of the Japanese mission, Archimandrite Nicholas decided that there was a need for native clergy, and named Paul Sawabe to be the first priest, and that John Sakai would be a deacon. A month later Bishop Paul of East Siberia came to Hakodate for the first sacraments of the Holy Orders in Japan and ordained the new priest and deacon.

Paul Sawabe continued to service his new faith as his church grew over the following decades. He was to survive his mentor and bishop by a year, dying in 1913.

Source:

Wikipedia